Κομισιόν: «Κίτρινη κάρτα» για καθυστερήσεις στις μεταμνημονιακές δεσμεύσεις

23

Να βρίσκεται η κυβέρνηση σε ετοιμότητα και να λάβει, αν χρειαστεί, αντισταθμιστικά μέτρα που θα καλύψουν το δημοσιονομικό κόστος το οποίο μπορεί να προκύψει από τις δικαστικές αποφάσεις για τα αναδρομικά των συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων, ζητεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρώτη έκθεση ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας. Μάλιστα, συνιστά η φετινή υπεραπόδοση να αξιοποιηθεί κατά προτεραιότητα για την αποπληρωμή υποχρεώσεων του Δημοσίου οι οποίες προκύπτουν από δικαστικές αποφάσεις.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι καμία από τις 16 μεταρρυθμίσεις που έχει δεσμευτεί να υλοποιήσει η Ελλάδα έως το τέλος του έτους δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, γι’ αυτό και χαρακτηρίζει μέτρια την πρόοδο που έχει σημειωθεί (ιδίως σε ιδιωτικοποιήσεις και αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου). Καλεί δε τις ελληνικές αρχές «να επισπεύσουν την υλοποίησή τους, για να επιτευχθούν οι στόχοι τους», ενώ σημειώνει ότι η κυβέρνηση δεν έχει θέσει ακόμα στους Ευρωπαίους αίτημα να μην εφαρμοστεί η ψηφισμένη μείωση του αφορολογήτου ορίου από το 2020.

Οι δικαστικές αποφάσεις που θα μπορούσαν να ανατρέψουν μνημονιακές συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις του 2012, του 2015 και του 2016, καθώς και την κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο το 2012, αποτελούν μία από τις βασικές πηγές ανησυχίας για την ελληνική οικονομία, σύμφωνα με την Κομισιόν.

«Ο πραγματικός αντίκτυπος των αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της δημοσιονομικής επίπτωσής τους, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το σκεπτικό των δικαστηρίων και μπορεί να απαιτήσει την εφαρμογή διορθωτικών παρεμβάσεων, ώστε να διασφαλιστεί ότι συνεχίζουν να επιτυγχάνονται οι διαρθρωτικές πτυχές των μεταρρυθμίσεων και ότι διασφαλίζονται οι δημοσιονομικοί στόχοι», αναφέρει η έκθεση και προσθέτει: «Οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν τους δημοσιονομικούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών αποφάσεων, και καλούνται να λάβουν αντισταθμιστικά μέτρα, στο βαθμό που θα χρειαστεί για να επιτευχθούν οι μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής και οι ετήσιες αναθεωρήσεις του».

Οι εκκρεμείς μεταρρυθμίσεις

Η έκθεση εντοπίζει καθυστερήσεις κυρίως στις εξής μεταμνημονιακές δεσμεύσεις:

– Χαλάρωση των capital controls

– Ολοκλήρωση της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (e-justice)

– Στρατηγική αποεπένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) από τις ελληνικές τράπεζες

– Πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ

– Αναδιάρθρωση της Εταιρίας Ακινήτων του Δημοσίου (ΕΤΑΔ)

– Χρονοδιαγράμματα ιδιωτικοποιήσεων ως τα τέλη του έτους, με έμφαση στο Ελληνικό, για το οποίο σημειώνεται ότι είναι «πέραν του ελέγχου της κυβέρνησης».

Όπως διευκρινίζεται, σε αρκετές περιπτώσεις οι δεσμεύσεις δεν αναμενόταν να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, αλλά, με δεδομένο ότι πρέπει να κλείσουν ως το τέλος του έτους, ο χρόνος πιέζει.

Επιπλέον, ενόψει της δεύτερης έκθεσης μεταμνημονιακής αξιολόγησης, υπογραμμίζεται ότι θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα:

– Στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου

– Στην αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων και στον νόμο περί αφερεγγυότητας των νοικοκυριών

– Στη στελέχωση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ)

– Στη μεταφορά του Ολυμπιακού Σταδίου στο Υπερταμείο

– Στον διορισμό των Γενικών Γραμματέων και των γενικών διευθυντών των υπουργείων

– Στην ανάπτυξη του πρωτοβάθμιου συστήματος υγείας και των κεντρικού συστήματος προμηθειών για την υγεία και

– Στις υπουργικές αποφάσεις για τις άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας περιβαλλοντικών υποδομών.

Η Κομισιόν τονίζει ότι η ενεργοποίηση των πρόσθετων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους (επιστροφή κερδών από ελληνικά ομόλογα που κατέχουν η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης και ακύρωση του επιτοκιακού πέναλτι σε μέρος του δανείου του 2ου Μνημονίου, με συνολικό ετήσιο όφελος 1,5 δισ. ευρώ για τη χώρα μας) «θα εξαρτηθεί από τη θετική αξιολόγηση στη δεύτερη έκθεση που θα συνταχθεί βάσει του πλαισίου ενισχυμένης εποπτείας» στις αρχές του επόμενου έτους (πιθανότατα τον Φεβρουάριο).

Έτσι επιβεβαιώνεται το ρεπορτάζ του «ΘΕΜΑτος» της περασμένης Κυριακής για τις «κίτρινες κάρτες» στην υλοποίηση των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων και τη μετάθεση των αποφάσεων για τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων.

Συντάξεις

Στην ανακοίνωσή της για την έγκριση της πρώτης έκθεσης ενισχυμένης εποπτείας της Ελλάδας η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιστοποιεί ότι ο προϋπολογισμός του 2019 «εξασφαλίζει τη συμμόρφωση με τη δέσμευση της Ελλάδας να επιτύχει πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5 % του ΑΕΠ» χωρίς να περικοπούν οι συντάξεις και με εφαρμογή των θετικών μέτρων ύψους 910 εκατ. ευρώ: «Το τελικό πακέτο είναι μια ισορροπημένη προσέγγιση, που καλύπτει τους συμφωνημένους δημοσιονομικούς και οικονομικούς στόχους κατά τρόπο που στηρίζει την κοινωνική συνοχή».

Ειδικά για τις συντάξεις, η έκθεση επισημαίνει ότι η εφαρμογή του προνομοθετημένου μέτρου της περικοπής των συντάξεων δεν χρειάζεται, ούτε για να πιαστεί, ούτε για να διατηρηθεί το πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,5% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Μάλιστα, υπολογίζει ότι οι δαπάνες για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ θα διατηρηθούν έως το 2022 στα ίδια επίπεδα με εκείνα στα οποία θα κυμαίνονταν αν εφαρμόζονταν οι περικοπές. Προφανώς, αυτό οφείλεται στο υφεσιακό αποτέλεσμα που θα είχε η υλοποίηση του επώδυνου μέτρου.

Όπως παραδέχεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το προνομοθετημένο μέτρο της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς θα έθιγε 1,4 εκατομμύρια συνταξιούχους, αυξάνοντας τον αριθμό των απόμαχων της εργασίας που θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της φτώχειας.

Η έκθεση εκτιμά ότι, εφόσον οι μεταρρυθμίσεις του 2015 και του 2016 συνεχίσουν να εφαρμόζονται πλήρως, η συνταξιοδοτική δαπάνη προβλέπεται να μειωθεί από το 17% του ΑΕΠ το 2016 στο 13% (που είναι ο μέσος όρος της ευρωζώνης) έως το 2027.

Με δεδομένη την ακύρωση της περικοπής των συντάξεων και την εφαρμογή του πακέτου θετικών μέτρων ύψους 910 εκατ. ευρώ για το 2019, η Κομισιόν προβλέπει πλέον ανάπτυξη 2,2% το 2019 και 2,3% το 2020, από 2% φέτος.

Προβληματισμός

Η έκθεση εκφράζει, εξάλλου, προβληματισμό για την παραμονή των spreads των ελληνικών ομολόγων σε υψηλά επίπεδα και εκτιμά ότι οι μακροοικονομικοί κίνδυνοι περιλαμβάνουν πιθανές εγχώριες πολιτικές αστοχίες, την αδυναμία χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας από τις τράπεζες και αρνητικές διεθνείς εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένης της επιβράδυνσης στο παγκόσμιο εμπόριο. Ωστόσο, δεν βλέπει σημαντικές αλλαγές στην ανάλυση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, σε σύγκριση με το καλοκαίρι.

Σύσταση για τον κατώτατο μισθό

Με δεδομένη την πρόθεση της κυβέρνησης να αυξήσει τον κατώτατο μισθό, η έκθεση υπογραμμίζει ότι είναι κρίσιμο οι κοινωνικοί εταίροι και οι ελληνικές αρχές να λάβουν αποφάσεις ευθυγραμμισμένες με την πορεία της παραγωγικότητας, ώστε να προστατεύσουν τα μνημονιακά οφέλη στην ανταγωνιστικότητα της απασχόλησης.

Πηγή: PROTOTHEMA.GR